Το χρονικόν ενός προαναγγελθέτοςθανάτου

“Τη μέρα που επρόκειτο να τον σκοτώσουν, ο Σαντιάγο Νασάρ σηκώθηκε στις πεντέμιση το πρωί για να περιμένει το πλοίο που θά ‘φερνε τον επίσκοπο. Είχε ονειρευτεί πως διέσχιζε ένα δάσος από φραγκοσυκιές, όπου ψιλόβρεχε και, για μια στιγμή, ήταν ευτυχισμένος μες στ όνειρό του. Μα όταν ξύπνησε, αισθάνθηκε πιτσιλισμένος απ’ την κορφή ως τα νύχια με κουτσουλιές. «Ονειρευόταν πάντοτε δέντρα», μου είπε η Πλάσιδα Λινέρο, η μάνα του, αναπολώντας είκοσι εφτά χρόνια αργότερα τις λεπτομέρειες αυτής της μοιραίας Δευτέρας. «Μια βδομάδα νωρίτερα, είχε ονειρευτεί πώς ταξίδευε μόνος του σ’ ένα αεροπλάνο από χρυσόχαρτο και πετούσε δίχως να συγκρούεται ανάμεσα στις αμυγδαλιές», μου είπε. Η Πλάσιδα Λινέρο ήταν φημισμένη -και με το δίκιο της- για τη σίγουρη ερμηνεία των ονείρων των άλλων, φτάνει να της τα είχαν διηγηθεί νηστικοί. Δεν είχε όμως επισημάνει κανέναν κακό οιωνό στα δυο όνειρα του γιου της, ούτε και στ’ άλλα όνειρα με δέντρα πού της διηγιόταν κάθε πρωί, τις μέρες πού προηγήθηκαν του θανάτου του.” (Το χρονικόν ενός προαναγγελθέντος θανάτου / Gabriel Garcia Marquez)

Η ιστορία που θα σας διηγηθώ, πολύ μου θύμισε και ακόμα μου θυμίζει την αριστουργηματική ταινία του Φραντσέσκο Ρόζι “Cronica de una muerte anunciada” που είδα στα 19 κάποτε, κάπου, παρέα με τον μπαμπά μου.

“Έλα πάνω, τώρα. Είναι μια γυναίκα κλαίει πολύ και δε μιλάει αγγλικά. Είναι Ελληνίδα. Έλα να της μιλήσεις”

Αυτή ήταν η πρόταση που ξεκίνησε τη γνωριμία μου με την Χ. Και νομίζω την καθόρισε. Γιατί ήμουν κι εγώ ακόμα με μια πληγή (ανάμεσα σε άλλες) ανοιχτή ακόμα, λόγω του φευγιού μου.

– Τι σας συμβαίνει κυρία? Δουλεύω εδώ. Τα κορίτσια θέλουν να σας βοηθήσουν αλλά δεν καταλαβαίνουν. Τι σας συμβαίνει? Μπορώ να κάνω κάτι για εσάς?

– Αχ , ευχαριστώ, ευχαριστώ πολύ. Ελληνίδα. Δε μπορώ βρε κούκλα μου να σου περιγράψω. Ο γιός μου έχει καρκίνο και ήρθα να τον δω.

Μένουμε στο ξενοδοχείο σας γιατί είναι κοντά στο νοσοκομείο.

 

Κι έτσι ξεκίνησε μια φιλία που σφραγίστηκε με τον χειρότερο τρόπο…

Την κυρία Χ τη γνώρισα ακριβώς όταν έφτασα στην Ολλανδία. Την άκουσα με προσοχή, όλες τις φορές που κατέβαινε σε εμένα για να πιει καφέ με τον άντρα της, πριν αρχίσει η δύσκολη μέρα στο νοσοκομείο.

Σιγά σιγά άρχισα κάπως να νιώθω μέρος της κατάστασης, αφού όταν έφευγε, είχε εμένα πίσω να βλέπω , να μαθαίνω, να κάνω ό,τι περνάει από το χέρι μου για να της απαλύνω τη στεναχώρια. Μιλάγαμε ώρες στο Viber . Μου έλεγε και της έλεγα, γνωριζόμασταν σιγά σιγά. Μια γυναίκα που θα μπορούσε να είναι στην ηλικία της μάνας μου.

Μια μέρα της είπα “Ο γιος μου θα αρχίσει κιθάρα. Πρέπει να αγοράσω μια μεγαλύτερη γιατί έχει την παιδική”. Μία που το είπα και μία που αμέσως κανόνισε μέρα και ώρα συνάντησης όταν ξανακατέβηκα στην Αθήνα να μου δώσει την κιθάρα του γιού της .

Βρεθήκαμε στο όρθιο έξω από τον ΗΣΑΠ Πειραιά, εγώ , αυτή και ο γιος μου. Του έπιασε το κεφάλι και του είπε “Να θυμάσαι πως τη μαμά σου, όλοι την αγαπούν κι αυτή πιο πολύ απ όλους αγαπάει εσένα” και μας έπιασαν κάτι κλάματα έξω εκεί που δε μπορούσαμε να χωριστούμε.

Στο μεταξύ γνώρισα και τον γιό της που μπαινόβγαινε στο νοσοκομείο. Έμενε με την οικογένειά του πολύ κοντά από εκεί που δούλευα.

Τον έβλεπα. Δυο μέτρα (κυριολεκτικά) άντρας. Ήταν λέει τσολιάς στον στρατό. Και μετά μπασκετμπολίστας. Και μυαλό ξουράφι. Τετραπέρατος. Έβγαλε την ΑΣΟΕ και διάβασε τόσο πολύ μόνος του που κατάφερε να βρει στον εαυτό του μετά από πολλά, μια καλή δουλειά στην Αθήνα. Εκεί γνώρισε και τη γυναίκα του.  Αγαπήθηκαν.

Αλλά η κωλοαρρώστια περίμενε στη γωνία. Με το που διαγνώστηκε με καρκίνο, πήρε τη γυναίκα του και ήρθαν Άμστερνταμ. Για καλύτερα.

Το πάλευε πολύ δυνατά, με καλή διάθεση και πολλή αγάπη από τους γύρω του.

Τον έβλεπα που λες να περνάει απ έξω, δυο μέτρα άντρα και τον χαιρόμουν.

Το κοριτσάκι του το έφερνε η νταντά βόλτα κάθε μέρα. Μόλις με έβλεπε από το τζάμι, φώναζε “Γιώτα μπισκότο”. Δύο χρονώ παιδάκι.

Την είχα κακομάθει με τα μπισκοτάκια του καφέ.

Τους είχα όλους στο κεφάλι μου και την καρδιά μου και στις ευχές/προσευχές όπως θες πες το.

Ήρθαν όμως κι εμένα δύσκολες μέρες. Μια διάγνωση και η προτεινόμενη λανθασμένη θεραπεία που ακολούθησα, σε συνδυασμό με τα προβλήματα στη δουλειά, με έκαναν να απομακρυνθώ . Η Χ μου έστελνε μηνύματα για την εξέλιξη του Π, του γιού της.

Όμως ήμουν τόσο φοβισμένη τότε και τόσο ένιωθα πως πρέπει να το βουλώσω και να βγω αν γίνεται από αυτό, που δεν είχα κουράγιο ούτε όρεξη να εμφανιστώ στην Χ. Θυμήσου το αυτό που λέω τώρα για να δεις πως με ξεμπρόστιασε μετά η ζωή.

Μέσα σε όλη την εξαφάνισή μου, παίρνω ένα μήνυμα από τον γιο:  ” Ο αδερφός μου, μου είπε πως έχεις κάποιο πρόβλημα με την υγεία σου. Δε μου λένε πολλά για να μη με στεναχωρήσουν. Αλλά θέλω να ξέρεις πως εγώ με την καρδιά μου θέλω και μπορώ να σε βοηθήσω και θα χαρώ πολύ να μου το ζητήσεις.”  Σοκαρισμένη, με την καρδιά σμπαράλια αλλά με το χαμόγελο που μου χάρισε το μήνυμά του , του απάντησα πως και μόνο ο λόγος του, μου έδωσε δύναμη και δε χρειάζομαι τίποτα άλλο.

Η ζωή συνεχίστηκε. Εγώ σταμάτησα τις θεραπείες όταν καταλάβαμε ότι ήταν μ@λ@κία  όλο το εγχείρημα και ήμουν πλέον καλά και εντελώς εκτός κινδύνου. Ο Π, παρόλη την αδυναμία και την κατάσταση της υγείας του, έπαιρνε την οικογένειά του και ταξίδευαν. Που θες. Νέα Υόρκη πήγαν, Ιταλία, Ελλάδα, μέσα στην Ολλανδία. Να μιλάνε στη μικρή για τα πάντα αυτός και η γυναίκα του, να της δίνουν αγάπη, να φιλιώνουν….

Μετά από πολύ καιρό που δεν τον είχα δει, του ζήτησα να πάω σπίτι τους να τους δω όλους.

Η μικρή μου άνοιξε την πόρτα και με ρώτησε αμέσως “μπισκότο?”. Εννοείται πως είχα προβλέψει. Είχαμε αγοράσει με τον Λάμπη μου μπισκότα γεμιστά Παπαδοπούλου από την Ελλάδα για να φέρω σε όσα παιδάκια ξέρω εδώ.

“Να μαρή τα μπισκότα σου” της είπα, “φιλί θα μου δώσεις τώρα?”

Να και η γυναίκα, αγκαλιές, βλέμματα. Να και ο Π. Έχει μείνει μισός από την τελευταία φορά που τον είδα. Τα μάτια του όμως να έβλεπες….

Σπίθες. Και το μυαλό του, συγκροτημένο παρόλα τα φάρμακα που έπαιρνε. Με ρώτησε ο ίδιος αν  θέλω καφέ. Του είπα να μου κάνει έναν καραβίσιο. Σηκώθηκε μόνος του, μου έφερε καφέ και παγωτό και κάτσαμε όλοι μαζί να πούμε τα νέα μας.

Μιλήσαμε σα να είναι όλα καλά. Σα να επρόκειτο να ζήσουμε ακόμα 100 χρόνια ρε φίλε.

Κάποια στιγμή με ρώτησε για το πρόβλημα που αντιμετώπισα. Αν χρειάζομαι βοήθεια με την ασφάλεια. Μου είπε: Αυτό που σου είπαν είναι απαράδεκτο από την ασφάλεια. Θα μου στείλεις εμένα την αλληλογραφία με τους γιατρούς και την ασφάλεια και θα μιλήσω εγώ. Ξέρω εγώ. Θα σου δώσουν τα χρήματά σου πίσω.

Έμεινα να τον κοιτάω κανα δυο λεπτά χωρίς να ξέρω τι να πω, συγκρατώντας τα δάκρυά μου. Το κατάλαβε.

Τον ευχαρίστησα και του είπα πως μόλις πάω σπίτι, θα τα στείλω με  mail.

Έφυγα σύντομα για να μην κουράσω την οικογένεια. Ενώ περπατούσα στον δρόμο, μου ήρθε μήνυμα από τον Π το mail του, να μην ξεχάσω να του στείλω….

Την επόμενη μέρα αρρώστησα με πυρετό. Απότομα. Ήμουν σίγουρη πως ήταν το air condition στη δουλειά. Τώρα έχω άλλη γνώμη.

Μετά από 4 μέρες πήραένα μήνυμα από τη Χ:  Γιώτα. Ο Π δεν είναι καλά. Μπήκε νοσοκομείο. Ερχόμαστε όλοι αύριο. Να τον χαιρετήσουμε.

Την πήρα αμέσως τηλέφωνο “Τι λες? Τι λες παιδάκι μου και δε σε καταλαβαίνω???” Φώναζα. Μα τι ήταν αυτό. Αφού πήγαινε καλά. Είχε ακόμα μια θεραπεία, μετά η αξονική και οι διακοπές τον Αύγουστο….

” Τα έχει κανονίσει όλα Γιώτα. Εμείς δεν ξέραμε. Δεν αντέχει άλλο ο λεβέντης μου. Φεύγει”

Από εκείνη την ώρα, άνοιξε η άλλη πληγή. Αυτή που έχω από τον χαμό του πατέρα μου. Όλα μαύρισαν.

Δε θα ήθελα να μπω σε λεπτομέρειες.  Θέλω να πω πως ο Π, από καιρό μάζευε πληροφορίες για διαδικασίες , γραφειοκρατικά στην Ολλανδία και την Ελλάδα, σχετικά με συντάξεις χηρείας για τη γυναίκα του, για κηδεμονίες, σχολεία για τη μικρή, κατευθυντήριες γραμμές για τον πρώτο καιρό που θα ακολουθήσει τον χαμό του, για όσους μείνουν πίσω. Όλα τα έμαθε, τα κατέγραψε και στο τέλος όταν είδε πως πια δεν αντέχει, αποφάσισε να καταφύγει στην ευθανασία.

Τους κάλεσε όλους και με λεπτομέρειες τους είπε πως ένιωθε, πως νιώθει και τι πρέπει ο καθένας να κάνει από δω και πέρα.

Αφού τον έλιωσε ο καρκίνος και δε λειτουργούσε πλέον τίποτα μέσα του, μόνο η καρδιά του η μεγάλη, πήρε τα αδέρφια του και τη γυναίκα του και πήγαν τελευταία φορά βόλτα στο Άμστερνταμ. Να δει τον ήλιο.

Ο Π. μας χαιρέτησε την Παρασκευή  5 Ιουλίου το 2019.

Εγώ παρατηρώντας απέξω όλη την ιστορία, έχοντας στενή επικοινωνία με τη φίλη μου, βλέποντάς τη σε νοσοκομεία και όπου αλλού μπορούσε, ένιωσα και νιώθω ακόμα τη στεναχώρια και το παράλογο αυτής της ζωής.

Θυμήσου το σημείο που σου είπα τώρα. Εγώ στη στεναχώρια μου απομονώθηκα και δε μπορούσε εύκολα να με βρεί η Χ.

Ο Π τι έκανε ? Ήξερε πως θα φύγει. Το ήξερε από καιρό αλλά δεν το έλεγε σε κανέναν. Είχε το δικό του μεγάλο πρόβλημα. Και μου ζήτησε ειλικρινά, να με βοηθήσει….  Αυτό κρατάω εγώ από τον Π. Και το φως της ψυχής του, τη δύναμη να βαδίσει μόνος του το κατώφλι, αφήνοντας τους πίσω του όσο γίνεται πιο τακτοποιημένους.

Όπου κι αν είσαι φίλε μου. Να ξέρεις. Σε θαύμασα, σε βάζω φάρο και σου εύχομαι με όλο μου το είναι να έχεις καλό ταξίδι και ειρήνη εκεί που πας.